Νέα

Τέσσερα Ποιήματα – Μανδραγόρας τεύχος 53

Mandragoras53

ΑΘΑΝΑΤΕΣ

Όταν πέθανε η γιαγιά Αυγή
η ψυχή της δεν αναλήφθηκε γρήγορα στους ουρανούς.

Στο διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου τη βρήκαν

με το νυχτικό ξαπλωμένη στο κρεβάτι

λουσμένη και χτενισμένη

να κοιτά με τα διαπεραστικά της μάτια

μέσα από τοίχους, τζαμαρίες και διαδρόμους

τη θέα της νέας παραλίας Θεσσαλονίκης
με τον εντυπωσιακό της φωτισμό

εις μνήμην του πρώην αλλά και του νυν δημάρχου.

Κι όταν της σφάλισαν τα μάτια
και ο Μπαμπούλας την έβαλε

στο μέσο του σαλονιού μέσα σε κάσα

η ψυχή κρατημένη σε στέρεο σώμα

αρνούνταν να αποχωριστεί το γνώριμο τόπο,

τα κάδρα των πλοίων και των μαχών, την τραπεζαρία των εορτών,

τις φωτογραφίες του παππού, την ίδια την οικογένεια.

Και πάνω απ’ όλα περίμενε

την ψυχή της γιαγιάς Έλλης

να κατηφορίσει σιγά-σιγά από το ΑΧΕΠΑ,

όπου είχε παραμείνει με ακαρκίνωτο πια σώμα

και την φυσική οδοντοστοιχία ως ειδικό κουτί προστασίας

ζωντανή μέχρι και το προηγούμενο εικοσιτετράωρο,
ωσότου πήραν το ενενηνταενάχρονο της κορμί

για τα μνήματα της Θέρμης,

αφού είχε νικήσει για τρίτη φορά ξανά τον καρκίνο

μα όχι πια και τον θάνατο.

Σαν όμως να το ‘ξερε

η ψυχή της δεν ακολούθησε τη συνήθη πορεία

με τον έμπειρο νεκροθάφτη και τον παπά για τα μνήματα

μα άρχισε ανεπαίσθητα με ρυθμό που δεν ξεπερνούσε

το ένα μέτρο κάθε είκοσι δευτερόλεπτα

να κατευθύνεται στο σπίτι της γιαγιάς Αυγής στην Ανθέων

για έναν προγραμματισμένο καφέ μεταξύ τους

το επόμενο απόγευμα που δεν γνώριζαν οι άλλοι συγγενείς.

Κι αφού αντάμωσαν και συζήτησαν για θέματα πολλά,

για δισέγγονα που δεν είχαν δει ακόμη αλλά ήξεραν ήδη πως θα μοιάζουν,

για τα έξοδα της κηδείας που είχαν τοποθετηθεί προ πολλού

σε τσέπες αγαπημένων παλτών

και για την παραλία της Σαλονίκης που δεν θα ξανάβλεπαν

με ανθρώπινα μάτια ποτέ ξανά,

κίνησαν κι οι δυο για το Άγιο Όρος

καθώς ένας παλιός μύθος λέει

ότι οι ψυχές που δεν έχουν φύλο

περνούν όλες πρώτα από το μοναστήρι της Σιμωνόπετρας.

ΚΑΤΩ ΡΙΝΗ

Εκεί, κάπου μετά το 40ο χιλιόμετρο

δεκαπέντε χιλιάδες μέτρα μετά το σταθμό διοδίων των Μαλγάρων

κάνε τρεις φορές το σταυρό σου για το σκύλο που πέθανε

αφήνοντας το κουφάρι του στη βρεγμένη άσφαλτο.

Το νερό της βροχής χάιδεμα σε μνημόσυνο γαμήλιας σχέσης

σ’ ένα άδειο ξωκλήσι στο βουνό με πλάνο αργό

σαν σε κομμένη σκηνή από τον Μελισσοκόμο του Αγγελόπουλου.

Κι εμείς κι εσείς κι εγώ

στον πρώτο όροφο του Ειρηνοδικείου του χωριού Κάτω Ρίνη.

Στο διάδρομο η διάσημη για τις λανθασμένες ημερομηνίες

στους φακέλους υπερχρεωμένων γραμματέας

να τραγουδά με κολλημένο το κουμπί της επανάληψης

«ζω στο δικό μου κόσμο εγώ».

Κι εμείς κι εσείς κι εγώ

να αναμένουμε μια δεύτερη συνάντηση

με την Κινέζα δικαστή Τσιν Τσαν Χάκα

με μια ελπίδα στο πέτο

ότι τώρα μετά την οικονομική Φουκουσίμα

η ίδια θα είναι επιεικής

με του Γιαπωνέζους υπηκόους της.

Ίσως, σήμερα, ίσως

να μην τους ζητήσει να μιλήσουν Μανδαρίνικα

και ζήσει αύριο χωρίς μια καινούρια τσάντα Λουί Βιτόν

ή ένα παλτουδάκι της Ερμές.

Στο δρόμο της επιστροφής εσύ

-όχι εμείς, εσείς, εγώ-

ήδη μερικώς δικαιωμένος

(ολικώς μόνο «ο νεκρός δεδικαίωται»)

αγαπούσες πολύ τη ζωή

σκουπίδια όμως οι σκέψεις

και τα λουλούδια «μύριζαν εφηβικό πνεύμα» (smell like teen spirit)

όταν βούτηξες στο βυθό της Μεθώνης για γαρίδες.

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΓΙΑΝΓΚ

09/09/2015 – υπ” αρ.1001001

Στρατηγέ,
Χίλια είκοσι εφτά μόλις χρόνια μετά το θάνατό σας
οι εχθροί σας παραμένουν πολλοί
οι αποστάτες λιγότεροι
τα αδέλφια επτά
η μητέρα μία
ο μάντης ένας
ο αυτοκράτορας μισός
και ο προδότης ολόκληρος

μετά τιμής
ο πιστός σας ακόλουθος
Βουνγκ Τσουνγκ.

ΡΕΚΤΙΦΙΕ

Παρεμβλημένα καλώδια

και το τηλέφωνο κομμένο

χωρίς διαδίκτυο ούτε φωνή

το κλιματιστικό πέντε λεπτά και να σταματά

μία πλακέτα καμμένη

ένας αλλαγμένος εκκινητής

και σωληνώσεις λαθεμένες

που διπλώθηκαν στη μέση

μήπως γίνουν σωστές.

Η αριστερή λυχνία στο καντράν ν’ αναβοσβήνει σταθερά

και το αυτοκίνητο να μην παίρνει μπρος.

Βραχυκύκλωμα στον πολλαπλασιαστή

και αλλαγή τέσσερα μπουζί λέει ο τεχνικός.

Δυο δόντια προς απονεύρωση

σάπιες έξι ρίζες στη σειρά

ο πόνος καλός

και ο οδοντιάτρος να τσιγγουνεύεται το αναισθητικό

(δύσκολοι καιροί για ξεδοντιασμένους πρίγκιπες).

Το χέβι μέταλ του άεργου γείτονα

να παίρνει τα αυτιά και το μυαλό

άφραγκοι πελάτες να ψάχνουν δίκιο

που δεν πρόκειται ποτέ να βρουν

και μια χώρα μισή

να συζητά πολιτισμένα -μεγάλη λέξη-

για εξιλέωση, δημοκρατία, υποταγή

για 50 δις σ’ ένα ταμείο των ξένων κουμπαρά

για νόμους πολλούς εν ριπή βήχα τρελού

για το ποιοι θα μείνουν, ποιοι θα φύγουν, ποιοι θα ψηφίσουν

για «τ’ Όχι που αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του Ναι».

Αθώες Λογοκλοπές ή «στο δρόμο για το δικό μου» [Μανδραγόρας, τεύχος 51 (2014), σελ. 158]

IMG_5719

Κωνσταντίνος Μελισσάς, «Αθώες Λογοκλοπές» (εκδόσεις Σαιξπηρικόν), Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 48

  Η λογοκλοπή παρουσιάζεται ακριβώς ως συνώνυμο μιας καταγωγής, μιας καταγωγής την οποία ο Μελισσάς με το να την απαρνείται, πολύ περισσότερο την επικυρώνει, κάτι που συναντούμε στο ποίημα «Καταγωγή»: Δεν είμαι από τη Γαλικία της Ουκρανίας./ Δεν είμαι από τη Γαλικία της Πολωνίας./ Δεν είμαι από τη Γαλικία της Ισπανίας./ Δεν είμαι από τη Γαλικία της Γαλλίας(!)// Είμαι βγαλμένος από έναν πίνακα του Μέντσελ ή του Σίλλε […] από μια Γαλικία της παλιάς Θεσσαλονίκης. (σ. 10)   Στο ποίημά του «Αθώες Λογοκλοπές»: Θα ήθελα να ήμουν εγώ/ Αυτός που πρώτος θα ᾿χε πει «Αν ο πεζός λόγος είναι ποτάμι,/ Τότε η ποίηση είναι συντριβάνι».// Μα δεν ήμουν εγώ./ Πρώτος ο Λόγκλεϊ το είχε πει ως μεθυσμένος φοιτητής/ Χρόνια πολλά πριν στο Δουβλίνο (το ομολόγησε σε πρόσφατη επίσκεψη/ και τότε μου γεννήθηκε η δεύτερη περίσκεψη) […] Άργησα πάλι δυο φορές/ Και δεν έφταιγαν ανηφόρες ή αναποδιές.// Τελικά η ποίηση του αρίστου παραμένει/ η λογοκλοπή/ των αφανών στιγμών των αρίστων. (σ. 11)   Εμφανής αυτή τη φορά είναι η επιθυμία του ποιητικού υποκειμένου να φέρει κάποια πατρότητα. Εδώ την πατρότητα της φράσης «Αν ο πεζός λόγος είναι ποτάμι, τότε η ποίηση είναι συντριβάνι» του Λόνγκλεϊ (MichaelLongley, 1939), που και αυτή όμως έχει το πρότυπό της στα ελληνικά («Επανιδείν»). Η λογοκλοπή, επομένως, δεν είναι παρά αναπόφευκτη. Έτσι, ο Μελισσάς μας δίνει την οπτική της λογοκλοπής ως μιας ιστορικής συνθήκης, της συνθήκης ενός ποιητικού, λογοτεχνικού συνεχούς, κάθε μία στιγμή του οποίου έχει την καταγωγή της σε μία προηγούμενη.   Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής ας διατρέξουμε και ορισμένους στίχους από άλλα ποιήματα: Ενθυμούμενος τον Προυστ / (το θέμα δεν είναι να δεις καινούρια τοπία, / αλλά να δεις τα ίδια με καινούρια ματιά) (Καλοκαιρινές Διακοπές, σ. 13).   Ο Μελισσάς μιλάει για μια νέα ματιά πάνω σε γνωστές συνθήκες, οι οποίες αναπόφευκτα ορίζουν λογοκλοπή: Και τι θα γίνει με το αίμα στον αριστερό σου τοίχο;»,/ ρώτησε το φυλλάδιο απορημένο./ «Το αίμα θα μείνει»,/ απάντησε ο ανεμόμυλος, για να δείχνει το δρόμο στον επόμενο ταξιδιώτη (Αποχώρηση, σ. 14).   Η λογοκλοπή εδώ είναι μια συνθήκη εν είδει (με τη διασταλτική χρήση του όρου) νομοτέλειας. Καθετί, κάθε ποιητική, λογοτεχνική στιγμή κείται για να δείξει το δρόμο σε μια επόμενη, που δεν μπορεί παρά να φέρει τα σημάδια της προηγούμενης – και εδώ, ακριβώς, παρεισφρέει η έννοια της λογοκλοπής.   Ο σκοπός της λογοκλοπής γίνεται πράξη, λοιπόν, στο δεύτερο μέρος της συλλογής του Μελισσά, στους «Διαλόγους». Η ιστορία της λογοτεχνίας, μας λέει ο Μελισσάς, είναι η πραγματικότητα της λογοκλοπής, η ίδια η λογοκλοπή. Στους «Μονολόγους» δίνει τη θεωρία αυτής της πραγματικότητας, για να έρθει στους «Διαλόγους» στην δική του πράξη λογοκλοπής. Στην ενότητα αυτή τα ποιήματά του ερείδονται σε συγκεκριμένα άλλα τα οποία και μας δίνει. Επί της ουσίας χρησιμοποιεί αυτά τα ποιήματα ως όχημα έκφρασης δικών του οπτικών. Αυτό καθιστά σαφές ότι πολύ περισσότερο η λογοκλοπή είναι αναπόφευκτη στον βαθμό που πάντοτε οι τρόποι που βλέπουμε τα πράγματα επαναλαμβάνονται ως προϊόντα ιστορικών συνθηκών και υπό αυτό τον όρο ο ποιητής πάντοτε αναζητά ένα παράλληλο.   Έτσι, βλέπουμε ότι αναφύεται μια ομολογία ανάμεσα στη λογοκλοπή και ακριβώς στη διακειμενικότητα. Η διακειμενικότητα, με άλλα λόγια, που απαντάται στην ποίηση είναι αποτέλεσμα μιας λογοκλοπής, που συναρτάται απαραίτητα με τους όρους που διαμόρφωσαν τα δύο μέρη, το λογοκλοπούμενο και το λογοκλοπόν, και τη βαθύτερη αιτιακή ιστορική σχέση αυτών των όρων, μιας λογοκλοπής που γι’ αυτόν βεβαίως τον λόγο δεν μπορεί παρά να είναι αθώα και ίσως τελικά να μην είναι λογοκλοπή.   Βλέπουμε λοιπόν ότι, καθώς η ποιητική συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη, στους μονολόγους και στους διαλόγους, μπορούμε να πούμε ότι στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται μια θεωρία της λογοκλοπής και στο δεύτερο ο Μελισσάς δίνει ποιήματά του, παραθέτοντας για καθένα από αυτά εκείνο από το οποίο έλαβε την αφορμή και στη συνέχεια το σχήμα και το υλικό (έννοιες). Αποτέλεσμα είναι η ακριβής θεματοποίηση της λογοκλοπής.   Και μιας και ο ίδιος ο Μελισσάς λέει πως έχει εθιστεί στην αρνητική κριτική, δεν μένει παρά στην ποιητική συνέχειά του να μας αποδείξει αν με τις «Αθώες Λογοκλοπές» επιχειρεί να δικαιολογήσει ένα άγονο έδαφος ή, πραγματικά, καταθέτει τη γνώμη του για το αναπόφευκτο της «λογοκλοπής», ώστε στη συνέχεια να δούμε από το σπόρο δικούς του ανθούς. Το δίχως άλλο, όταν αναφερόμαστε σ’ έναν ποιητή λέμε, για παράδειγμα, «ο Εγγονόπουλος», «ο Σαχτούρης», ο «Ρίτσος» εκφέρουμε τα ονόματά τους εννοώντας καθέναν τους με τη δική του αυτόνομη πορεία, ξεχνώντας κάθε καταβολή, εκλεκτική συγγένεια ή ακόμη, γιατί όχι, και – δίχως να φοβόμαστε τις λέξεις– επιρροή.   Σπύρος Τούλιος

Κριτική των Αθώων Λογοκλοπών στην Ελευθεροτυπία

AthoesLogoklopes_Final Cover_22.04.2013

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΡΑΝΙΣΜΑΤΑ
του Κωνσταντίνου Μπούρα

Κωνσταντίνος Μελισσάς, «Αθώες λογοκλοπές», εκδόσεις Σαιξπηρικόν, σ. 48, 7,00 ευρώ.

Εκρηκτικό μείγμα επιθετικής ειρωνείας κι εφηβικού ρομαντισμού, αφοπλιστικής ειλικρίνειας και απογειωτικού πεσιμισμού. Σαρκαστική αυτοκριτική κι αδιαφορία για την επικρότηση του πονήματός του επιδεικνύει ο ο «ερασιτέχνης» συγγραφέας (όπως λέει ο ίδιος στο «αυτί») με το «γλυκύ» όνομα.

 

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 31 Μαΐου 2014
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=433230

Παρουσίαση βιβλίου «Αθώες Λογοκλοπές»

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013 από τις 19:00 μέχρι τις 21:00
POLIS ART CAFE, (Πεσμαζόγλου 5 Αίθριο Στοάς Βιβλίου, τηλ. 2103249588)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ
«ΑΘΩΕΣ ΛΟΓΟΚΛΟΠΕΣ»- ΕΚΔ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ
ISBN: 978-960-9517-49-6
χαρακτικά: Δημήτρης Καρλαφτόπουλος

Εξώφυλλο Βιβλίου

Εξώφυλλο βιβλίου «αθώες λογοκλοπές»

[ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ]
Ο Κωνσταντίνος Μελισσάς είναι, μεταξύ άλλων, ερασιτέχνης συγγραφέας. Από μικρή ηλικία έχει εθιστεί στην αρνητική κριτική. Οι «Αθώες Λογοκλοπές» αποτελούν το πρώτο του βιβλίο, μέσα από το οποίο επιχειρεί να καταδείξει αυτοπυρπολούμενος το φαινόμενο των ποιητικών λογοκλοπών που κατατρύχει την ελληνική ποίηση.Το βιβλίο σχεδιάστηκε και επιμελήθηκε από μέλη της ομάδας του Intellectum (www.intellectum.org).

[ ΟΜΙΛΗΤΕΣ ]
– Χάρης Βλαβιανός, ποιητής
– διευθυντής του περιοδικού «Ποιητική», καθηγητής ιστορίας των ιδέων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ντηρί
– Βασίλης Χατζηιακώβου, ιδρυτής των εκδόσεων «Παρουσία»
– Βασίλης Λαλιώτης, ποιητής

«HABENT SUA FATA LIBELLI»