Νέα

Κωνσταντίνος Μελισσάς: Η Κραυγή της Αυθεντικότητας

Περιοδικό Θράκα, τεύχος 5-6, 2015

[Η κριτική της Στέφης Κωστοπούλου για το βιβλίο Αθώες Λογοκλοπές (2013, εκδόσεις Σαιξπηρικόν)

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θράκα, τεύχος 5-6, (2015), σελ. 102-105.]

της Στέφης Κωστοπούλου

μεταπτυχιακής φοιτήτριας με ειδίκευση την νεοελληνική λογοτεχνία του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών

 

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Μελισσά τιτλοφορείται Αθώες Λογοκλοπές και αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση, αφού ο ίδιος αποφασίζει να «ποιήσει» βασιζόμενος απροκάλυπτα σε «ομολογημένες» ή Αθώες – όπως υποστηρίζει – λογοκλοπές. Αυτή η άφοβη ομολογία είναι που καθιστά εξαιρετικά δυναμική αυτή την περίπτωση του ποιητή.

Η συλλογή είναι χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος βρίσκονται οι «Μονόλογοι» και στο δεύτερο οι «Διάλογοι». Στους «Μονολόγους» παρατηρούνται ποιήματα κυρίως ποιητικής όπως η «Καταγωγή» και το ομότιτλο «Αθώες Λογοκλοπές». Τα δύο αυτά ποιήματα παρουσιάζουν με εξαιρετική αμεσότητα την διαδικασία μέσα από την οποία διέρχονται ο ποιητής και το ποίημα έως ότου και οι δύο γεννηθούν επάνω στο χαρτί. Παραθέτω το ποίημα «Αθώες Λογοκλοπές»:

Θα ήθελα να ήμουν εγώ
αυτός που πρώτος θα ‘χε πει
«Αν ο πεζός λόγος είναι ποτάμι,
τότε η ποίηση είναι σιντριβάνι».

Μα δεν ήμουν εγώ.
Πρώτος ο Λόγκλεϊ το είχε πει ως μεθυσμένος φοιτητής
χρόνια πολλά πριν στο Δουβλίνο
(το ομολόγησε σε πρόσφατη επίσκεψη
και τότε μου γεννήθηκε η δεύτερη περίσκεψη).

Και πρώτος το αποτύπωσε στα ελληνικά ο Πάρης
λέγοντας «Επανιδείν» σε μια σελίδα με όνομα 43.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα
(δηλαδή εκεί το διάβασα πρώτα).

Άργησα πάλι δυο φορές
και δεν έφταιγαν ανηφόρες ή αναποδιές.

Τελικά η ποίηση του αρίστου παραμένει
η λογοκλοπή
των αφανών στιγμών των αρίστων.

 

Στο πρώτο αυτό μέρος της συλλογής ανιχνεύουμε ποιήματα τα οποία επιφανειακά είναι εμπνευσμένα από καθημερινά πράγματα. Στο βάθος όμως, ο Μελισσάς διερχόμενος από αυτά σκιαγραφεί με ενάργεια ένα από τα βασικότερα ζητήματα της ποίησής του, την έμπνευση και την αγωνία που τον κατακλύζει έως ότου η πρώτη τον βρει! Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Καλοκαιρινές Διακοπές»:

Μέσα σ’ ένα διαμέρισμα μικρό,
με θάλασσα την μπανιέρα,
ήλιο τις λάμπες φθορίου
(που παρέμεναν ανοικτές ολημερίς και ολοβραδίς)
και καλοκαιρινό αεράκι τον παλιό πλαστικό μου ανεμιστήρα
(που ένα τυχαίο πέσιμο τον είχε κάνει επηρμένο
και πλέον στόχευε μόνο ψηλά στο ταβάνι)
πέρασα το φετινό μου καλοκαίρι,
ενθυμούμενος τον Προυστ
(το θέμα δεν είναι να δεις καινούρια τοπία,
αλλά να δεις τα ίδια τοπία με νέα ματιά).

Ο φραπές παρέμεινε φραπές
(καθότι η κρίση σε επιστρέφει στη δεκαετία του ’80)
τα βιβλία, βιβλία
και ο υπολογιστής, υπολογιστής.

Η έμπνευση;
Μία μακρινή γαζέλα.

 

Η αμηχανία και η βασανιστική αναμονή που τον κατατρύχουν καθώς ο χρόνος περνάει και η έμπνευση δεν εμφανίζεται διαφαίνεται και στο ποίημα «Η Γυμνή Πλευρά», όπου ο ίδιος γράφει:

 

Ο γυμνός αναγνώστης κάθεται σε μια φθαρμένη πολυθρόνα
με το ρολόι χειρός στη μια παλάμη
κι ένα βιβλίο ποίησης στην άλλη.
Ο γυμνός αναγνώστης κοιτά συνεχώς την ώρα.
Δεν διαβάζει στοχαστικά,
δεν συναντά ούτε τον Λόνγκλεϊ ούτε τον Πάουντ.

Αλλά και στο ποίημα «Σαμουράι», όπου σημειώνει:

Μόνος αντίπαλος να μένει ο καιρός,
το ρολόι, ο χρόνος κι ο μήνας ο παλιός.
Αυτόν που να νικήσω μπορεί να μην μπορώ
μα τόσο θέλω να το επιχειρώ.

Οδεύοντας προς το τέλος του πρώτου μέρους της συλλογής συναντάμε την σφοδρή επιθυμία για τον έρωτα και τη ζωή, η οποία όμως μένει ανεκπλήρωτη και μετεωριζόμενη αφού στο ποίημα «Διαστροφή» γράφει:

Φαντασιώθηκα να εμφανίζεσαι ξαφνικά
ανοίγοντας την πόρτα με την κάρτα-πασπαρτού του διευθυντή
και να κάνουμε έρωτα τραντάζοντας ρυθμικά,
μουσικώ τω τρόπω,
το ξύλινο πάτωμα.

Το άλλο πρωί δίπλα μου στο τρένο,
όταν ένα κορίτσι «του επαγγέλματος» δίχως άλλο,
με αθλητική κορμοστασιά, εμφανές σολάριουμ και έλλειμμα νοημοσύνης
κάθισε απόμακρα δίπλα μου στο τρένο,
όπως κάποιες φορές όταν γνωριστήκαμε εσύ,
αρνούμενη να μου μιλήσει για την ίδια και το λειτούργημά της.

Στην αποβίβαση η ύπαρξή της εξαϋλώθηκε μαζί με τη δική σου οπτασία.
Ίσα που πρόλαβα να δω μια σκιά στο μαγαζάκι του σταθμού
ν’ αγοράζει έναν ακόμη καρτοκινητό αριθμό
για το τεράστιο Σάμσουνγκ αριθμοκινούμενο κινητό
προτού η εικόνα σας γίνει μια ανάμνηση στη λήθη του χρόνου.

 

Οι σκέψεις για τον έρωτα και τη ζωή παραμένουν απροσέγγιστες επιθυμίες και βυθίζονται· φτάνοντας ως το σημείο της ανεκπλήρωτης προσδοκίας, όπως μαρτυρά και το ομότιτλο ποίημα «Ανεκπλήρωτες Προσδοκίες»:

Ήθελα να κινδυνεύσω κι εγώ
στα παρθένα δάση του Αμαζονίου,
να βουλιάξω στα έλη ή
ν’ αναμετρηθώ με ιαγουάρους.

Να κυνηγήσω αγριόχοιρους,
να σκαρφαλώσω σε δέντρα
αναζητώντας προστασία από επιδρομείς,
να τοξεύσω εχθρούς ή φίλους
με βέλη βουτηγμένα σε σάλιο βατράχου,
να δηλητηριαστώ θανατηφόρα από έχιδνες.

Ήθελα πολύ,
ώσπου διαπίστωσα
για εξηκοστή όγδοη φορά
ότι δεν ήθελε η άλλη ζωή.

Και κάθισα σπίτι.

 

Το δεύτερο μέρος τη συλλογής, οι «Διάλογοι», αποτελείται από έξι ποιήματα του Μελισσά και τα αντίστοιχά τους από τα οποία ο ίδιος αφορμάται και είτε τα παραφράζει, τα μεταγράφει είτε τα ανακατασκευάζει. Το ποίημα «Τράιονιντ: Ich bebe» είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα αυτού του μέρους, αφού εδώ παρουσιάζεται η αρνημένη ποιητική του ταυτότητα ή/και η ειρωνική – αποστασιοποιημένη οπτική από την οποία ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ποιητή. Το ποίημα αυτό αποτελεί επανεγγραφή του Προλόγου της ποιητικής συλλογής Ich bebe του Θανάση Τριαρίδη. Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από μια ιδιαίτερης αξίας στιγμή του Νίτσε. Τον Σεπτέμβριο του 1892, ο Νίτσε βρίσκεται παράλυτος στο κρεβάτι του και βυθισμένος στην ασυνειδησία, όταν η μητέρα του τον ρωτάει, κατά τη συνήθειά της, «με αγαπάς;» ο ίδιος επιμένει να της απαντάει αντί για Ich liebe (σε αγαπώ) την φράση Ich bebe (που σημαίνει τρέμω). Στο ποίημα αυτό, κατ’ αρχάς γίνεται αντιληπτή η αγωνία του ποιητικού υποκειμένου όσον αφορά στην επίσημη πιστοποίηση της ιδιότητάς του. Πιο συγκεκριμένα γράφει:

Απ’ τους μικρούς φιλοσόφους
έναν μόνο καταλαβαίνω πάντοτε
και σ’ έναν μόνο πιστεύω.
Το ξέρω πως ακούγεται υπερφίαλο,
όμως συνήθως μού φέρνουν αναγούλα οι σπουδαίες ιδέες
που εκφέρονται από «προσωπικότητες»
δίχως μια σφραγίδα επίσημης πιστοποίησης.

Κι απ’ όλους τους,
εκείνος που λιγότερο με πείθει είναι ο Τράιονιντ.
Μαγκώνομαι πολύ όταν τον ακούω να μιλά
για το τέλος του υπερανθρώπου,
την αδυναμία του ενός ν’ αντισταθεί στο όλον
και την αξία της απραξίας
«αφού όλα έχουν πλέον ειπωθεί».
Περιμένω ν’ ακούσω σειρήνες ασθενοφόρων
και παραγγέλματα «άρξατε πυρ».

Μα όσο δεν χωνεύω τις ιδέες,
τόσο με ταράζουνε οι λέξεις.
Κι απ’ ολονών τα κείμενα
πάλι τα κείμενα εκείνου του Τράιονιντ
(γνωστού και ως Φρανς Κούντερα)
είναι που με ταράζουν περισσότερο.

Σε επόμενους στίχους όμως το ρήμα «τρέμω», φαίνεται να εκφράζει ολοκληρωτικά τον ποιητή. Αφού η προσμονή της έμπνευσης και του ποιητικού οίστρου καραδοκούν στη γωνία της συνείδησής του οδηγώντας τον για άλλη μια φορά στην αγωνία του «ποιείν» και στους παρακάτω στίχους:

[…]Μα πιο πολύ απ’ όλα με ταράζει
ένα λογοπαίγνιο του δύο χιλιάδες έντεκα,
τότε που τάχα είχε σβήσει η τρομερή μανία της απραξίας
και είχε επιστρέψει στη στοργική αγκάλη της οικογένειας.
Το γράφει η μητέρα του στον Χανς Βικτορουάλ:
όταν τον χάιδευε και τον ρωτούσε αν την αγαπά,
εκείνος επίμονα της απαντούσε
“Ich bebe” αντί για “Ιch liebe” –
τρέμω αντί για αγαπώ.

Κι όσο περισσότερο σκέφτομαι ετούτο το λογοπαίγνιο,
τόσο περισσότερο νιώθω
πως δεν είναι και τόσο λογοπαίγνιο.
Πως μάλλον τρέμουμε παραφυλώντας μέσα στην άπραγη νύχτα.
Πως αγκαλιάζουμε τα πυροβολημένα πτώματα των ονείρων μας
έχοντας μόλις πετάξει το περίστροφο στον υπόνομο.[…]

 

Στο δεύτερο αυτό μέρος η αγωνία του για την δημιουργική γραφή κορυφώνεται τόσο ώστε στο ποίημα «Ύποπτος Διαφυγής», που αποτελεί μια άλλη εκδοχή του ποιήματος του Σωτήρη Παστάκα «Ύποπτος Φυγής», διακρίνεται η τάση του ακόμα και να αρνηθεί την ποιητική του ταυτότητα την οποία, καθώς έχει δηλώσει σε συνέντευξή του, ο ίδιος οικειοποιήθηκε. Σε αυτό το ποίημα γράφει:

[…]Βυθισμένος, λοιπόν, στην πολυθρόνα της γνώσης,
αγνοούμενος σαν τον Ρεμπώ σε καπνούς, αλκοόλ
και μια αιωνίως σβησμένη μαύρη οθόνη,
εύκολο μού φαίνεται πλέον ν’ αποσυρθώ,
να εγκαταλείψω το σαρκίο μου,
χωρίς να το αντιληφθεί κανείς πως βγήκα πια, εξήλθα,[…]

Ολοκληρώνοντας την περιδιάβασή μου στην ποίηση του Κωνσταντίνου Μελισσά, θέλω να σημειώσω ότι πρόκειται για μια πρώτη ποιητική προσπάθεια η οποία μου δίδαξε με απτό τρόπο την αγωνία για την ποιητική γραφή, το βίωμα των ανεκπλήρωτων επιθυμιών, τη βασανιστική αναμονή της έμπνευσης αλλά και έναν ιδιόμορφο τρόπο αντίληψης του εαυτού, εκείνον της ειρωνικής – αποστασιοποιημένης θέασης και της αυτοαναίρεσης. Ο Κωνσταντίνος Μελισσάς είναι ένα «απτός» ποιητής, δεν «ποιεί» τα πράγματα αλλά τα «αγγίζει» αποτυπώνοντας σε αυτά την προσωπική του σφραγίδα. Ο ίδιος κραυγάζει στα αυτιά μου – μέσα από την αυτοαναίρεσή του – πως ο μόνος δρόμος για την ποίηση είναι η αποδοχή της αυθεντικής ακόμα και πρωτόγονης αλήθειας του εαυτού μας! Ας το κάνουμε λοιπόν!

 

Σημ. Το παρόν κείμενο αναγνώστηκε για πρώτη φορά το Σάββατο 5 Ιουλίου 2014 στο πλαίσιο του 6ου ετήσιου κύκλου παρουσιάσεων «Ημέρες Ποίησης» του βιβλιοπωλείου Πολύεδρου στην Πάτρα.

Αθώες Λογοκλοπές ή «στο δρόμο για το δικό μου» [Μανδραγόρας, τεύχος 51 (2014), σελ. 158]

IMG_5719

Κωνσταντίνος Μελισσάς, «Αθώες Λογοκλοπές» (εκδόσεις Σαιξπηρικόν), Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 48

  Η λογοκλοπή παρουσιάζεται ακριβώς ως συνώνυμο μιας καταγωγής, μιας καταγωγής την οποία ο Μελισσάς με το να την απαρνείται, πολύ περισσότερο την επικυρώνει, κάτι που συναντούμε στο ποίημα «Καταγωγή»: Δεν είμαι από τη Γαλικία της Ουκρανίας./ Δεν είμαι από τη Γαλικία της Πολωνίας./ Δεν είμαι από τη Γαλικία της Ισπανίας./ Δεν είμαι από τη Γαλικία της Γαλλίας(!)// Είμαι βγαλμένος από έναν πίνακα του Μέντσελ ή του Σίλλε […] από μια Γαλικία της παλιάς Θεσσαλονίκης. (σ. 10)   Στο ποίημά του «Αθώες Λογοκλοπές»: Θα ήθελα να ήμουν εγώ/ Αυτός που πρώτος θα ᾿χε πει «Αν ο πεζός λόγος είναι ποτάμι,/ Τότε η ποίηση είναι συντριβάνι».// Μα δεν ήμουν εγώ./ Πρώτος ο Λόγκλεϊ το είχε πει ως μεθυσμένος φοιτητής/ Χρόνια πολλά πριν στο Δουβλίνο (το ομολόγησε σε πρόσφατη επίσκεψη/ και τότε μου γεννήθηκε η δεύτερη περίσκεψη) […] Άργησα πάλι δυο φορές/ Και δεν έφταιγαν ανηφόρες ή αναποδιές.// Τελικά η ποίηση του αρίστου παραμένει/ η λογοκλοπή/ των αφανών στιγμών των αρίστων. (σ. 11)   Εμφανής αυτή τη φορά είναι η επιθυμία του ποιητικού υποκειμένου να φέρει κάποια πατρότητα. Εδώ την πατρότητα της φράσης «Αν ο πεζός λόγος είναι ποτάμι, τότε η ποίηση είναι συντριβάνι» του Λόνγκλεϊ (MichaelLongley, 1939), που και αυτή όμως έχει το πρότυπό της στα ελληνικά («Επανιδείν»). Η λογοκλοπή, επομένως, δεν είναι παρά αναπόφευκτη. Έτσι, ο Μελισσάς μας δίνει την οπτική της λογοκλοπής ως μιας ιστορικής συνθήκης, της συνθήκης ενός ποιητικού, λογοτεχνικού συνεχούς, κάθε μία στιγμή του οποίου έχει την καταγωγή της σε μία προηγούμενη.   Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής ας διατρέξουμε και ορισμένους στίχους από άλλα ποιήματα: Ενθυμούμενος τον Προυστ / (το θέμα δεν είναι να δεις καινούρια τοπία, / αλλά να δεις τα ίδια με καινούρια ματιά) (Καλοκαιρινές Διακοπές, σ. 13).   Ο Μελισσάς μιλάει για μια νέα ματιά πάνω σε γνωστές συνθήκες, οι οποίες αναπόφευκτα ορίζουν λογοκλοπή: Και τι θα γίνει με το αίμα στον αριστερό σου τοίχο;»,/ ρώτησε το φυλλάδιο απορημένο./ «Το αίμα θα μείνει»,/ απάντησε ο ανεμόμυλος, για να δείχνει το δρόμο στον επόμενο ταξιδιώτη (Αποχώρηση, σ. 14).   Η λογοκλοπή εδώ είναι μια συνθήκη εν είδει (με τη διασταλτική χρήση του όρου) νομοτέλειας. Καθετί, κάθε ποιητική, λογοτεχνική στιγμή κείται για να δείξει το δρόμο σε μια επόμενη, που δεν μπορεί παρά να φέρει τα σημάδια της προηγούμενης – και εδώ, ακριβώς, παρεισφρέει η έννοια της λογοκλοπής.   Ο σκοπός της λογοκλοπής γίνεται πράξη, λοιπόν, στο δεύτερο μέρος της συλλογής του Μελισσά, στους «Διαλόγους». Η ιστορία της λογοτεχνίας, μας λέει ο Μελισσάς, είναι η πραγματικότητα της λογοκλοπής, η ίδια η λογοκλοπή. Στους «Μονολόγους» δίνει τη θεωρία αυτής της πραγματικότητας, για να έρθει στους «Διαλόγους» στην δική του πράξη λογοκλοπής. Στην ενότητα αυτή τα ποιήματά του ερείδονται σε συγκεκριμένα άλλα τα οποία και μας δίνει. Επί της ουσίας χρησιμοποιεί αυτά τα ποιήματα ως όχημα έκφρασης δικών του οπτικών. Αυτό καθιστά σαφές ότι πολύ περισσότερο η λογοκλοπή είναι αναπόφευκτη στον βαθμό που πάντοτε οι τρόποι που βλέπουμε τα πράγματα επαναλαμβάνονται ως προϊόντα ιστορικών συνθηκών και υπό αυτό τον όρο ο ποιητής πάντοτε αναζητά ένα παράλληλο.   Έτσι, βλέπουμε ότι αναφύεται μια ομολογία ανάμεσα στη λογοκλοπή και ακριβώς στη διακειμενικότητα. Η διακειμενικότητα, με άλλα λόγια, που απαντάται στην ποίηση είναι αποτέλεσμα μιας λογοκλοπής, που συναρτάται απαραίτητα με τους όρους που διαμόρφωσαν τα δύο μέρη, το λογοκλοπούμενο και το λογοκλοπόν, και τη βαθύτερη αιτιακή ιστορική σχέση αυτών των όρων, μιας λογοκλοπής που γι’ αυτόν βεβαίως τον λόγο δεν μπορεί παρά να είναι αθώα και ίσως τελικά να μην είναι λογοκλοπή.   Βλέπουμε λοιπόν ότι, καθώς η ποιητική συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη, στους μονολόγους και στους διαλόγους, μπορούμε να πούμε ότι στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται μια θεωρία της λογοκλοπής και στο δεύτερο ο Μελισσάς δίνει ποιήματά του, παραθέτοντας για καθένα από αυτά εκείνο από το οποίο έλαβε την αφορμή και στη συνέχεια το σχήμα και το υλικό (έννοιες). Αποτέλεσμα είναι η ακριβής θεματοποίηση της λογοκλοπής.   Και μιας και ο ίδιος ο Μελισσάς λέει πως έχει εθιστεί στην αρνητική κριτική, δεν μένει παρά στην ποιητική συνέχειά του να μας αποδείξει αν με τις «Αθώες Λογοκλοπές» επιχειρεί να δικαιολογήσει ένα άγονο έδαφος ή, πραγματικά, καταθέτει τη γνώμη του για το αναπόφευκτο της «λογοκλοπής», ώστε στη συνέχεια να δούμε από το σπόρο δικούς του ανθούς. Το δίχως άλλο, όταν αναφερόμαστε σ’ έναν ποιητή λέμε, για παράδειγμα, «ο Εγγονόπουλος», «ο Σαχτούρης», ο «Ρίτσος» εκφέρουμε τα ονόματά τους εννοώντας καθέναν τους με τη δική του αυτόνομη πορεία, ξεχνώντας κάθε καταβολή, εκλεκτική συγγένεια ή ακόμη, γιατί όχι, και – δίχως να φοβόμαστε τις λέξεις– επιρροή.   Σπύρος Τούλιος

Κριτική των Αθώων Λογοκλοπών στην Ελευθεροτυπία

AthoesLogoklopes_Final Cover_22.04.2013

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΡΑΝΙΣΜΑΤΑ
του Κωνσταντίνου Μπούρα

Κωνσταντίνος Μελισσάς, «Αθώες λογοκλοπές», εκδόσεις Σαιξπηρικόν, σ. 48, 7,00 ευρώ.

Εκρηκτικό μείγμα επιθετικής ειρωνείας κι εφηβικού ρομαντισμού, αφοπλιστικής ειλικρίνειας και απογειωτικού πεσιμισμού. Σαρκαστική αυτοκριτική κι αδιαφορία για την επικρότηση του πονήματός του επιδεικνύει ο ο «ερασιτέχνης» συγγραφέας (όπως λέει ο ίδιος στο «αυτί») με το «γλυκύ» όνομα.

 

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 31 Μαΐου 2014
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=433230

Παρουσίαση βιβλίου «Αθώες Λογοκλοπές»

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013 από τις 19:00 μέχρι τις 21:00
POLIS ART CAFE, (Πεσμαζόγλου 5 Αίθριο Στοάς Βιβλίου, τηλ. 2103249588)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ
«ΑΘΩΕΣ ΛΟΓΟΚΛΟΠΕΣ»- ΕΚΔ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ
ISBN: 978-960-9517-49-6
χαρακτικά: Δημήτρης Καρλαφτόπουλος

Εξώφυλλο Βιβλίου

Εξώφυλλο βιβλίου «αθώες λογοκλοπές»

[ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ]
Ο Κωνσταντίνος Μελισσάς είναι, μεταξύ άλλων, ερασιτέχνης συγγραφέας. Από μικρή ηλικία έχει εθιστεί στην αρνητική κριτική. Οι «Αθώες Λογοκλοπές» αποτελούν το πρώτο του βιβλίο, μέσα από το οποίο επιχειρεί να καταδείξει αυτοπυρπολούμενος το φαινόμενο των ποιητικών λογοκλοπών που κατατρύχει την ελληνική ποίηση.Το βιβλίο σχεδιάστηκε και επιμελήθηκε από μέλη της ομάδας του Intellectum (www.intellectum.org).

[ ΟΜΙΛΗΤΕΣ ]
– Χάρης Βλαβιανός, ποιητής
– διευθυντής του περιοδικού «Ποιητική», καθηγητής ιστορίας των ιδέων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ντηρί
– Βασίλης Χατζηιακώβου, ιδρυτής των εκδόσεων «Παρουσία»
– Βασίλης Λαλιώτης, ποιητής

«HABENT SUA FATA LIBELLI»